ἀνδράποδον

ἀνδράποδον
one taken in war and sold as a slave
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ανδράποδον — ἀνδράποδον, το (Α) 1. αιχμάλωτος που τον πουλούν ως δούλο, δούλος 2. άναντρος, άβουλος, δουλοπρεπής άντρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανήρ, ανδρός. Ο τ. χρησιμοποιήθηκε αρχικά στον πληθ. ανδράποδα, αναλογικά προς το τετράποδα (πρβλ. τετραπόδων πάντων και… …   Dictionary of Greek

  • ἀνδραπόδεσσι — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδεσσιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοις — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοισι — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδοισιν — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδου — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδων — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδραπόδῳ — ἀνδράποδον one taken in war and sold as a slave neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.